ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΙΣΧΙΟΥ

Hip Fractures

Τα κατάγματα ισχίου αφορούν στο άνω τεταρτημόριο του οστού του μηρού. Η έκταση της λύσης της οστικής συνέχειας εξαρτάται από τις εμπλεκόμενες δυνάμεις. Το είδος της χειρουργικής επέμβασης που θα επιλεγεί για τη θεραπεία ενός κατάγματος ισχίου βασίζεται κυρίως στην αρχιτεκτονική προσωπικότητα του καθώς και απόμτους μαλακούς ιστούς που επηρεάζονται στο επίπεδο του κατάγματος.

Ανατομία

Η άρθρωση του ισχίου είναι του τύπου σφαίρας και υποδοχή. Επιτρέπει στο άνω άκρο του ποδιού να λυγίζει και να περιστρέφεται επί της λεκάνης. Ένας τραυματισμός στην υποδοχή ή αλλιώς κοτύλη, όπως ονομάζεται, δεν θεωρείται κάταγμα ισχίου. Η διαχείριση των καταγμάτων στην κοτύλη είναι εντελώς διαφορετική.

Αιτιπαθογένεση

Τα κατάγματα του ισχίου συμβαίνουν συνήθως μετά από πτώση ή από άμεση πλήξη στο πλάι του ισχίου. Ορισμένες ιατρικές καταστάσεις όπως η οστεοπόρωση, ο καρκίνος ή οι βλάβες εκ κοπώσεως μπορεί να αποδυναμώσουν το οστό και να κάνουν το ισχίο πιο επιρρεπές στο κάταγμα. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, είναι πιθανό το ισχίο να αστοχήσει μηχανικά με τον ασθενή απλώς να στέκεται, περιστρέφοντας το πόδι.

Συμπτωματολογία

Ο ασθενής με κάταγμα ισχίου θα έχει πόνο εξωτερικά στον άνω μηρό ή στη βουβωνική χώρα. Θα υπάρξει σημαντική δυσφορία με οποιαδήποτε απόπειρα κάμψης ή περιστροφής του ισχίου. Εάν το οστό έχει εξασθενηθεί από παθολογικούς λόγους, όπως τραυματισμός εκ κοπώσεως ή καρκίνος, ο ασθενής μπορεί να παρατηρήσει πόνο στην περιοχή της βουβωνικής χώρας ή του μηρού για χρονικό διάστημα αρκετά πριν από το σπάσιμο. Εάν το οστό είναι πλήρως μετατοπισμένο, το πόδι μπορεί να φαίνεται πιο κοντό σε σχέση με το μη τραυματισμένο πόδι.. Ο ασθενής κρατά επίσης συχνά το τραυματισμένο πόδι ακίνητο με το πόδι και το γόνατο στραμμένο προς τα έξω (εξωτερική στροφή).

Κλινική εξέταση

Απεικόνιση

Η διάγνωση ενός κατάγματος ισχίου γενικά γίνεται με ακτινογραφία της κατ΄ισχίον αρθρώσεως

Σε ορισμένες περιπτώσεις, εάν ο ασθενής τραυματισθεί και παραπονεθεί για πόνο στο ισχίο, ενδέχεται να μην παρατηρηθεί καταγματική εστία σε κανονική ακτινογραφία. Σε αυτήν την περίπτωση, η μαγνητική τομογραφία (MRI) μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη. Η μαγνητική τομογραφία συνήθως εμφανίζει ένα ρωγμώδες κάταγμα.

Εάν ο ασθενής δεν μπορεί να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία λόγω σχετικής ιατρικής κατάστασης, μπορεί να ληφθεί υπολογιστική τομογραφία (CT). Η υπολογιστική τομογραφία, ωστόσο, δεν είναι τόσο ευαίσθητη όσο η μαγνητική τομογραφία για την εμφάνιση κρυφών καταγμάτων ισχίου.

Τύποι Καταγμάτων

Γενικά, υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι καταγμάτων ισχίου. Ο τύπος του κατάγματος εξαρτάται από την ανατομική περιοχή του άνω μηριαίου οστού.

Ενδοαρθρικό / Υποκεφαλικό Κάταγμα

Αυτά τα κατάγματα εμφανίζονται στο επίπεδο του αυχένα και της κεφαλής του μηριαίου, μπορεί να έχει απώλεια παροχής αίματος στο οστό και είναι γενικά εντός του αρθρικού θυλάκου, του σάκου δηλαδή που περιέχει το λιπαντικό υγρό της ίδιας της άρθρωσης του ισχίου.

Διατροχαντήριο Κάταγμα

Αυτό το κάταγμα εμφανίζεται μεταξύ του αυχένα του μηριαίου οστού και μιας χαμηλότερης οστικής προεξοχής που ονομάζεται ελλάσων τροχαντήρας και αποτελεί σημείο προσκόλλησης για έναν από τους σημαντικότερους μύες του ισχίου. Τα διατροχαντήρια κατάγματα γενικά διασχίζουν την περιοχή μεταξύ του ελλάσονος τροχαντήρα και του μείζωνος τροχαντήρα, του επάρματος δηλαδή που μπορείτε να νιώσετε κάτω από το δέρμα στην έξω μεριά του ισχίου. Λειτουργεί ως ένα άλλο σημείο προσκόλλησης μυών. Γενικά η αιμάτωση των οστών μπορεί να μην επηρεαστεί και καθόλου.

Υποτροχαντήριο Κάταγμα

Αυτό το κάταγμα εμφανίζεται κάτω από τον ελλάσονα τροχαντήρα, σε μια περιοχή που βρίσκεται μεταξύ αυτού και 5-7 εκατοστά πιο περιφερικά

Σε πιο περίπλοκες περιπτώσεις, ο βαθμός σύνθλιψης του οστού μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες από μία από αυτές τις ζώνες. Αυτό λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται η χειρουργική αποκατάσταση.

θεραπεία

Σκέψεις

Μόλις γίνει η διάγνωση του κατάγματος του ισχίου, θα αξιολογηθεί η συνολική κατάσταση υγείας του ασθενούς. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, ο ασθενής μπορεί να είναι τόσο ευάλωτος που δεν θα συνιστάται χειρουργική επέμβαση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνολική άνεση του ασθενούς και το επίπεδο του πόνου πρέπει να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων αναισθησίας και χειρουργικής επέμβασης.

Οι περισσότεροι χειρουργοί συμφωνούν ότι οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση αρκετά γρήγορα. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ασφάλεια των ασθενών και να βελτιστοποιηθεί η συνολική κατάσταση υγείας πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι δυνητικά μπορεί να χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να γίνουν καρδιολογικές, πνευμονολογικές και άλλες διαγνωστικές μελέτες.

Συντηρητική Θεραπεία

Οι ασθενείς που ενδέχεται να θεωρηθούν υποψήφιοι μη χειρουργικής θεραπείας περιλαμβάνουν εκείνους που είναι πολύ ευάλωτοι για να υποβληθούν σε οποιαδήποτε μορφή αναισθησίας και άτομα που δεν ήταν ούτως ή άλλως αυτοεξυπηρετούμενοι πριν από τον τραυματισμό τους και μπορεί να έχουν περιοριστεί σε μόνιμο κλινοστατισμό ή σε αναπηρική καρέκλα.

Ορισμένοι τύποι καταγμάτων μπορούν να θεωρηθούν αρκετά σταθεροί για να αντιμετωπιστούν με μη χειρουργική θεραπεία. Επειδή υπάρχει κάποιος κίνδυνος αυτά τα σταθερά κατάγματα να καταστηθούν ασταθή και να παρεκτοπισθούν αισθητά, ο γιατρός θα πρέπει να τα παρακολουθήσει σε τακτική βάση με λήψη ακτινογραφιών της περιοχής. Εάν οι ασθενείς περιορίζονται στην ανάπαυση στο κρεβάτι ως μέρος της αντιμετώπισης αυτών των καταγμάτων, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από παρατεταμένη ακινητοποίηση. Αυτές περιλαμβάνουν λοιμώξεις, κατακλίσεις, πνευμονία, σχηματισμό θρόμβων και σαρκοπενία.

Χειρουργική Θεραπεία

Πριν από τη χειρουργική επέμβαση

Η αναισθησία μπορεί να είναι είτε γενική με διασωλήνωση ή νωτιαία (επισκληρίδιος) αναισθησία. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όπου το χειρουργικό πλάνο περιλαμβάνει μόνο την εφαρμογή απλών κοχλιών για στερέωση του κατάγματος, μπορεί να ληφθεί υπόψη και η περιοχική αναισθησία με συνδυασμό με καταστολή. Όλοι οι ασθενείς θα λάβουν αντιβιοτικά κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης και για 24 ώρες μετά.

Πριν από τη χειρουργική επέμβαση θα ληφθούν οι κατάλληλες εξετάσεις αίματος, οι ακτινογραφίες θώρακα, ηλεκτροκαρδιογράφημα και εξετάσεις ούρων. Πολλοί ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να έχουν μη διαγνωσμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε λοίμωξη του ισχίου μετά τη χειρουργική επέμβαση.

Η απόφαση του χειρουργού για το πώς να διορθώσει καλύτερα ένα κάταγμα θα βασίζεται στην περιοχή του ισχίου που έχει υποστεί τη βλάβη και την εξοικείωση του χειρουργού με τα διάφορα συστήματα που είναι διαθέσιμα για τη διαχείριση αυτών των τραυματισμών.

Ειδικότερα:

Ενδαρθρικό / Υποκεφαλικό Κάταγμα

Εάν η κεφαλή του μηριαίου έχει υποστεί μόνο βλάβη, η διαχείριση θα στοχεύει στη στερέωση του τμήματος του οστού που έχει τραυματιστεί ή εκτοπιστεί. Συχνά με αυτούς τους τραυματισμούς, η κοτύλη μπορεί επίσης να σπάσει. Ο χειρουργός θα πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη.

Αυτοί οι τραυματισμοί μπορεί να προσεγγιστούν με διάφορους τρόπους, πρόσθια, πλάγια ή οπίσθια του ισχίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, απαιτούνται παραπάνω από δύο προσεγγίσεις για να ελεγχθεί και να διορθωθεί σωστά το τραυματισμένο οστό.

Ο χειρουργός μπορεί να αποφασίσει είτε να διορθώσει το κάταγμα με μεμονωμένες βίδες ή με μία και μόνο μεγαλύτερη βίδα που γλιστρά μέσα στο βαρέλι μιας πλάκας. Αυτή η βίδα συμπίεσης θα επιτρέψει στο κάταγμα να γίνει πιο σταθερό έχοντας την τραυματισμένη επιφάνεια συμπιεσμένη. Περιστασιακά, μπορεί να προστεθεί μια δευτερεύουσα βίδα για σταθερότητα.

Εάν το ενδοαρθρικό κάταγμα μετατοπιστεί σε νεότερο ασθενή, θα γίνει χειρουργική προσπάθεια για την ανάταξη και την ευθυγράμμιση του κατάγματος μέσω μεγαλύτερης τομής. Το κάταγμα θα συγκρατηθεί με μεμονωμένες βίδες ή με μεγαλύτερη βίδα συμπίεσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η παροχή αίματος στην μηριαία κεφαλή μπορεί να έχει υποστεί βλάβη τη στιγμή του τραυματισμού (αγγειακή νέκρωση). Παρόλο που το κάταγμα ευθυγραμμίζεται και στερεώνεται στη θέση του, ο χόνδρος και το υποκείμενο οστό στήριξης ενδέχεται να μην λάβουν επαρκή θρέψη. Σε μια εύλογη χρονική περίοδο, αυτό μπορεί να προκαλέσει την ισοπέδωση της μηριαίας κεφαλής. Όταν συμβεί αυτό, η επιφάνεια της άρθρωσης γίνεται ακανόνιστη. Τελικά, η άρθρωση μπορεί να αναπτύξει μια επώδυνη αρθρίτιδα, παρά τη χειρουργικά άψογη αποκατάσταση.
Στον ηλικιωμένο ασθενή, η πιθανότητα βλάβης της μηριαίας κεφαλής με αυτόν τον τρόπο είναι μεγαλύτερη. Θεωρείται γενικά ότι για αυτά τα παρεκτοπισμένα κατάγματα, έχει ένδειξη η αντικατάσταση ορισμένων από τα τμήματα του ισχίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να σημαίνει αντικατάσταση της κεφαλής του μηριαίου οστού (ημιαρθροπλαστική). Σε άλλες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να σημαίνει την αντικατάσταση τόσο της σφαίρας όσο και της υποδοχής, ή της κεφαλής του μηριαίου και της κοτύλης (ολική αρθροπλαστική ισχίου).

Διατροχαντήριο Κάταγμα

Τα περισσότερα διατροχαντήρια κατάγματα αντιμετωπίζονται είτε με βίδα συμπίεσης είτε με ενδομυελικό ήλο, τεχνικές που επιτρέπουν την ανάταξη στη θέση του κατάγματος.

Η βίδα συμπίεσης στερεώνεται στην εξωτερική πλευρά του οστού και έχει μια μεγάλη δευτερεύουσα βίδα που τοποθετείται μέσω της πλάκας στον αυχένα και την κεφαλή του μηριαίου. Ο σχεδιασμός της επιτρέπει την ολίσθηση και συμπίεση στο σημείο θραύσης. Αυτό μπορεί να αυξήσει τη σταθερότητα της περιοχής και να προωθήσει την επούλωση.

Ο ενδομυελικός ήλος τοποθετείται απευθείας στο κανάλι του μυελού του οστού μέσω ενός ανοίγματος που γίνεται στην κορυφή του μείζωνος τροχαντήρα. Στη συνέχεια τοποθετείται μια βίδα ολίσθησης μέχρι τον αυχένα και την κεφαλή του μηριαίου. Όπως συμβαίνει με τη βίδα, υπάρχει ολίσθηση και συμπίεση.

Δεν υπάρχουν σαφείς μελέτες που να δείχνουν ότι η μία τεχνική υπερτερεί της άλλης. Η απόφαση για τη χρήση βασίζεται στην προτίμηση και την εμπειρία του χειρουργού.

Υποτροχαντήριο Κάταγμα

Στο υποτροχαντήριο επίπεδο, τα περισσότερα κατάγματα αντιμετωπίζονται με ένα μακρύ ενδομυελικό ήλο μαζί με μια μεγάλη βίδα οίσθησης ή αντιμετωπίζονται με βίδες και πλάκα.

Προκειμένου να αποφευχθεί η στροφή των οστών γύρω από τα μεταλλικά στοιχεία, μπορούν να τοποθετηθούν επιπλέον βίδες στο κάτω άκρο του ήλου στην περιοχή του γόνατος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο χειρουργός μπορεί να επιλέξει να χρησιμοποιήσει μια πλάκα αντί για ένα ήλο. Η πλάκα θα έχει βίδες που καθηλώνουν την πλάκα στο οστό στερεώνοντας το κάταγμα από την πλευρική ή εξωτερική πλευρά του μηρού. Μια ενιαία μεγάλη βίδα εφαρμόζεται στον αυχένα και την κεφαλή του μηριαίου οστού και έχει παρόμοια χαρακτηριστικά με τη βίδα συμπίεσης, αλλά σε διαφορετική γωνία. Στη συνέχεια τοποθετούνται δευτερεύοντες κοχλίες μέσω της πλάκας μέσα στο οστό για να συγκρατήσει το κάταγμα στη θέση του

Μακροπρόθεσμα Αποτελέσματα

Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να μειώσει επιτυχώς τα συμπτώματα που προκαλούνται από πρόσκρουση. Η διόρθωση της πρόσκρουσης μπορεί να αποτρέψει από μελλοντικές βλάβες στην άρθρωση του ισχίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να διορθωθεί πλήρως η βλάβη με χειρουργική επέμβαση, ειδικά εάν η θεραπεία έχει διακοπεί και η ζημιά είναι σοβαρή. Είναι πιθανό ότι περισσότερα προβλήματα ενδέχεται να αναπτυχθούν στο μέλλον.
Ενώ υπάρχει μια μικρή πιθανότητα η χειρουργική επέμβαση να μην βοηθήσει, αυτή τη στιγμή είναι ο καλύτερος τρόπος για τη θεραπεία της επώδυνης FAI.

Μελλοντικές Εξελίξεις

Καθώς τα αποτελέσματα της χειρουργικής επέμβασης βελτιώνονται, οι γιατροί πιθανότατα θα προτείνουν πρώιμα χειρουργική επέμβαση για FAI Οι χειρουργικές τεχνικές συνεχίζουν να εξελίσσονται και στο μέλλον, οι υπολογιστές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν τον χειρουργό να διορθώσει και να αναμορφώσει το ισχίο.

Αποθεραπεία

Οι ασθενείς ενδέχεται να εξέλθουν του νοσοκομείου για το σπίτι τους ή να εισαχθούν σε κάποιο κέντρο αποθεραπείας και αποκατάστασης για να τους βοηθήσει να ανακτήσουν την ικανότητά τους να περπατούν αυτόνομα.

Διαχείριση πόνου

Ο πόνος μετά από τραυματισμό ή χειρουργική επέμβαση είναι ένα φυσικό μέρος της διαδικασίας επούλωσης. Ο γιατρός και οι νοσοκόμες σας θα εργαστούν για να μειώσουν τον πόνο σας, κάτι που θα σας βοηθήσει να ανακάμψετε γρηγορότερα.

Διάφορα φάρμακα συνταγογραφούνται συχνά για βραχυπρόθεσμη ανακούφιση από τον πόνο μετά από χειρουργική επέμβαση ή τραυματισμό. Πολλοί τύποι φαρμάκων είναι διαθέσιμοι, όπως οπιοειδή, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) και τοπικά αναισθητικά. Ο γιατρός σας μπορεί να χρησιμοποιήσει έναν συνδυασμό αυτών των φαρμάκων για να βελτιώσει την ανακούφιση του πόνου, καθώς και να ελαχιστοποιήσει την ανάγκη για οπιοειδή.
Λάβετε υπόψη ότι αν και τα οπιοειδή βοηθούν στην ανακούφιση του πόνου μετά από χειρουργική επέμβαση ή τραυματισμό, είναι ναρκωτικά και μπορεί να είναι εθιστικά. Η εξάρτηση από τα οπιοειδή και η υπερδοσολογία έχουν γίνει ένα κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιείτε οπιοειδή μόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού σας. Μόλις ο πόνος σας αρχίσει να βελτιώνεται, σταματήστε να τα παίρνετε. Συζητήστε με το γιατρό σας εάν ο πόνος σας δεν έχει αρχίσει να βελτιώνεται μέσα σε λίγες ημέρες από τη θεραπεία σας.

Αποκατάσταση

Οι ασθενείς ενθαρρύνονται να σηκωθούν από το κρεβάτι την επόμενη ημέρα από τη χειρουργική επέμβαση με τη βοήθεια φυσιοθεραπευτή. Το ύψος του βάρους που επιτρέπεται να τοποθετηθεί στο τραυματισμένο πόδι θα καθοριστεί από τον χειρουργό και είναι γενικά συνάρτηση του τύπου κατάγματος και του χειρουργείου.

Ο φυσιοθεραπευτής θα συνεργαστεί με τον ασθενή για να ανακτήσει τη δύναμη και την ικανότητα να περπατήσει. Αυτή η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει έως και τρεις μήνες.

Ιατρική φροντίδα

Περιστασιακά, μπορεί να απαιτείται μετάγγιση αίματος μετά τη χειρουργική επέμβαση, αλλά τα μακροπρόθεσμα αντιβιοτικά γενικά δεν είναι απαραίτητα.

Οι περισσότεροι ασθενείς θα λάβουν φάρμακα για να ελέγξουν την πηκτικότητα του αίματός τους για να μειώσουν τις πιθανότητες εμφάνισης θρόμβων για έως και 6 εβδομάδες. Αυτά τα φάρμακα μπορεί να έχουν τη μορφή χαπιών ή ενέσεων. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ελαστικές κάλτσες συμπίεσης ή φουσκωτές μπότες συμπίεσης.

Παρακολούθηση ασθενούς

Κατά τη διάρκεια των ραντεβού που πραγματοποιούνται μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο χειρουργός θα ελέγξει την πληγή, θα αφαιρέσει ράμματα, θα παρακολουθήσει τη διαδικασία επούλωσης με ακτινογραφίες και θα συνταγογραφήσει πρόσθετη φυσικοθεραπεία, εάν είναι απαραίτητο. Μετά τη χειρουργική επέμβαση κατάγματος ισχίου, οι περισσότεροι ασθενείς θα ανακτήσουν αρκετά, αν όχι πλήρως, την κινητικότητα και την ανεξαρτησία που είχαν πριν από τον τραυματισμό.